Το internet ως μέσο απόδρασης των παιδιών από συναισθηματικές διαταραχές

Σοφία Βγενοπούλου Παιδοψυχίατρος

Δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει ότι το διαδίκτυο είναι ένα ζωτικότατο και πολύτιμο μέσο, που προάγει την πληροφόρηση, την κοινωνική επαφή και την ψυχαγωγία στα παιδιά, αλλά και στους ενήλικες. Αυτά τα τόσο ελκυστικά χαρακτηριστικά του το καθιστούν, δυστυχώς, και επικίνδυνο. Με το πάτημα ενός κουμπιού, ο καθένας από εμάς μπορεί να ξεφύγει σε έναν πολύ πιο ελεγχόμενο εικονικό κόσμο και να προβάλει μια εικόνα του εαυτού του έτσι όπως την θέλει. Τα παιδιά και οι έφηβοι, επίσης.

Ποια, όμως, είναι περισσότερο ευάλωτα;

Πολλές μελέτες, δείχνουν ότι υπάρχει σαφής συσχετισμός μεταξύ της εξάρτησης από το διαδίκτυο και διάφορων συναισθηματικών διαταραχών όπως η κατάθλιψη, η απόσυρση,  το κοινωνικό άγχος ή και η φοβία. Προσοχή όμως να μην εννοηθεί ότι το διαδίκτυο τα προκαλεί όλα αυτά. Αντιθέτως, φαίνεται ότι η υπερβολική χρήση του είναι αποτέλεσμα των συναισθηματικών διαταραχών, καθώς ένα παιδί αναπτύσσει την εξάρτηση για να αποδράσει, όπως αναφέρει στο Kids@safety η παιδοψυχίατρος Σοφία Βγενοπούλου. Όπως με κάθε εξάρτηση, η ανακούφιση είναι πρόσκαιρη και η υποκείμενη αιτία παραμένει. Η εξάρτηση οδηγεί σε περισσότερη απομόνωση, περισσότερες συγκρούσεις τόσο εσωτερικές, όσο και με το περιβάλλον και ο φαύλος κύκλος επιδείνωσης του προβλήματος έχει εύκολα εγκατασταθεί.

Η ίδια επισημαίνει ότι πιο ευάλωτα είναι τα παιδιά που βιώνουν δύσκολες καταστάσεις και σχέσεις μέσα στην οικογένεια και οδηγούνται σε απομόνωση και μοναξιά μέσα στο ίδιο τους το σπίτι. «Οι πραγματικές σχέσεις τα απογοητεύουν, αλλά το διαδίκτυο τα αποζημιώνει φέρνοντάς τα σε επαφή με άλλους, που τους δίνουν την προσοχή και την αποδοχή που ζητούν… ή έτσι νομίζουν», τονίζει η κ. Βγενοπούλου.

Το παν λοιπόν είναι η οικογένεια;

Πρέπει οπωσδήποτε να κατανοήσουμε ότι ο τρόπος που σχετίζονται και επικοινωνούν τα μέλη μιας οικογένειας είναι ο βασικός παράγοντας που καθορίζει την συμπεριφορά των μελών της. Και κανένα παιδί δεν πέφτει θύμα καμιάς εξάρτησης και κανενός εγκληματία, εάν δεν έχει με κάποιο τρόπο καταστεί ευάλωτο σε κάτι τέτοιο. Εάν με λίγα λόγια ένα παιδί σε μια οικογένεια νιώθει ότι υπάρχει καλή επικοινωνία κι επομένως εμπιστεύεται την δυνατότητα επίλυσης συγκρούσεων και προβλημάτων, εάν οι ρόλοι είναι ξεκάθαροι, εάν νιώθει ότι υπάρχει έγνοια και σεβασμός, ενδιαφέρον για τις δραστηριότητες του και επένδυση στην ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, δύσκολα θα νιώσει την ανάγκη να καταφύγει στο διαδίκτυο και πολύ δύσκολα θα παρασυρθεί από κάποια ύποπτη κι επικίνδυνη προσέγγιση από ξένους. Εμείς, επομένως, πρέπει να έχουμε μέλημα να χτίζουμε υγιείς και ολοκληρωμένες προσωπικότητες.

Ποια είναι τα πιο ευάλωτα παιδιά;

Μελέτες δείχνουν ότι μεγαλύτερο κίνδυνο να αναπτύξουν εξάρτηση έχουν παιδιά που έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση. Συχνά τα παιδιά αυτά δυσκολεύονται στις παρέες συνομηλίκων και δεν αξιολογούν τον εαυτό τους ως ιδιαίτερα δημοφιλή. Το διαδίκτυο τους προσφέρει διεξόδους ώστε να νιώσουν καλύτερα για τον εαυτό τους, αφού μπορούν να προβάλλουν μια αλλαγμένη κοινωνική εικόνα και προσωπικότητα. Το διαδίκτυο είναι, λοιπόν, ένας τρόπος αναπλήρωσης των κοινωνικών ελλειμμάτων τους.

Όταν τα παιδιά παίζουν παιχνίδια μπορεί να αντιμετωπίζουν διάφορες συνεχώς αυξανόμενες προκλήσεις, που ακολουθούνται από επιβραβεύσεις, νίκες, status, αναγνώριση και αποδοχή σε μια διαδικτυακή «παρέα». Τα ίδια βρίσκουν, επομένως, στο διαδίκτυο, μέσα από την συμμετοχή τους σε αυτά τα ομαδικά παιχνίδια, την κοινωνική επαφή και αποδοχή που τους λείπει. Έπειτα, τα παιδιά βλέπουν τις δεξιότητές τους είτε στα παιχνίδια, είτε στα κοινωνικά δίκτυα ως σημαντικό κι αναπόσπαστο κομμάτι του ποιοι είναι.

Να μιλήσουμε λίγο συγκεκριμένα για τους έφηβους, που φαίνεται να είναι μια ομάδα υψηλού κινδύνου για εξάρτηση στο διαδίκτυο. Σαφέστατα το διαδίκτυο εξυπηρετεί σημαντικές αναπτυξιακές ανάγκες τους, όπως το να νιώθουν ελεύθεροι και μακριά από τον γονεϊκό έλεγχο, να ελέγχουν πλήρως την ταυτότητα και την προσωπικότητά που προβάλλουν, να επικοινωνούν εύκολα και άμεσα με συνομήλικους τους, να είναι «μέσα» στα πράγματα και με πολλούς φίλους.

 Η ελευθερία και η αυτονομία που παρέχουμε στα έφηβα παιδιά μας, τα βοηθάει πάρα πολύ στην ανάπτυξη της αυτοεκτίμησής τους. Τα παιδιά χρειάζονται να ξέρουν ότι οι γονείς τους τα εμπιστεύονται να εξερευνήσουν τον κόσμο ελεύθερα, ότι εμπιστεύονται την κρίση τους κι ότι ενθαρρύνουν δραστηριότητες της επιλογής τους, που στόχο έχουν την ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους.

Εάν, λοιπόν, οι γονείς ελέγχουν και εμπλέκονται υπερβολικά στην ζωή ενός έφηβου, εάν τον περιορίζουν ασφυκτικά και δεν του επιτρέπουν ιδιαίτερη πρωτοβουλία , τον καθιστούν αυτομάτως ιδιαίτερα ευάλωτο στο να αναζητήσει στο διαδίκτυο ελευθερία, περιπέτεια, αυτονομία επιλογών. Το γεγονός αυτό είναι κάτι που δεν σκέφτονται συχνά οι γονείς, ότι δηλαδή η αγωνία και ο φόβος, και η υπερπροστατευτικότητα, στην οποία καμιά φορά καταφεύγουμε, αντί να προστατεύσει τα παιδιά μας , τα σπρώχνει μακριά μας και αυτό είναι ένα μόνο παράδειγμα άσκησης του γονεϊκού ρόλου, που μπορεί να έχει ανεπιθύμητα αποτελέσματα.

Ποια είναι τα «σημάδια» που πρέπει να αναγνωρίσουν οι γονείς ώστε να προλάβουν τον εθισμό ή άλλους κινδύνους;

Όλοι μας δικαιούμαστε να απολαμβάνουμε και να επιδιώκουμε οποιαδήποτε ευχάριστη δραστηριότητα. Μην ξεχνάμε ότι η χρήση του διαδικτύου περιλαμβάνει επαφή με φίλους, μέσω μηνυμάτων ή δικτύων, όπως το Facebook και το Instagram, συμμετοχή σε blogs, αλλά, και πρόσβαση σε μουσική, βίντεο, νέα, ειδήσεις και πληροφόρηση γενικότερα. Το πρόβλημα ξεκινά όταν χάνουμε τον έλεγχο και η σύνδεση με το διαδίκτυο γίνεται πια απαραίτητη, αντί να είναι απλά, επιθυμητή. Τότε είναι που η ενασχόληση με το διαδίκτυο αρχίζει να έχει και αρνητικές συνέπειες, καθώς δημιουργεί εμπόδια στην καθημερινότητα και την υπόλοιπη ζωή μας, ενώ, παράλληλα, επηρεάζει τις αποφάσεις και τις επιλογές μας.

Κάποια ενδεικτικά συμπτώματα, που θα έπρεπε να μας βάλουν σε συναγερμό είναι όταν το παιδί ή ο έφηβος:

  • απομονώνεται για ώρες, καθώς ασχολείται με το διαδίκτυο, χάνοντας την αίσθηση και τον έλεγχο του χρόνου.
  • στερείται ύπνου και αρχίζει να αποκλίνει από το συνηθισμένο πρόγραμμα της ημέρας, όπως για παράδειγμα δεν κάνει διάλλειμμα για να φάει.
  • αρχίζει να διαταράσσεται το πρόγραμμά του γενικά, δηλαδή δεν διαβάζει για το σχολείο, χάνει το ενδιαφέρον του για δραστηριότητες ή επαφές που άλλοτε τον ενδιέφεραν, όπως για παράδειγμα οι προπονήσεις, για άλλα χόμπι και εξωσχολικές δραστηριότητες ή για την έξοδο με φίλους και παρέες.
  • τσεκάρει τα μηνύματά του εμμονικά και καθ’ όλη την διάρκεια της ημέρας.
  • εμφανίζει συμπτώματα απόσυρσης, όπως ευερεθιστότητα και άγχος, όποτε δεν μπορεί να έχει πρόσβαση και προκαλεί έντονους ή και βίαιους τσακωμούς, όταν του απαγορεύεται η χρήση.
  • παραβαίνει όρια και κανόνες, που μπορεί να ισχύουν σχετικά με την χρήση του διαδικτύου και μπορεί να λέει ψέματα προκειμένου να κάνει χρήση.

Με λίγα λόγια, αλλάζει εμφανώς η συμπεριφορά του παιδιού και η σχέση του μαζί μας.

Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι συχνά η διαδικασία αυτή είναι τόσο σταδιακή, που δεν το παρατηρούμε αμέσως, αφού γίνεται κομμάτι του ποιοι είμαστε και πώς ζούμε και δεν μπορούμε καν να το αναγνωρίσουμε ως κάτι το παθολογικό. Όσο, όμως, πιο γρήγορα ειδοποιηθούμε ότι ένα παιδί κάνει υπερβολική χρήση και στρέψουμε την προσοχή μας στις υποκείμενες αιτίες, τόσο πιο γρήγορα θα το βοηθήσουμε να αναγνωρίσει και αυτό το πρόβλημα, και τόσο πιο καλό θα είναι για όλους μέσα στην οικογένεια.

Πώς εκπαιδεύουμε τα παιδιά μας να είναι χρήστες της τεχνολογίας και όχι εξαρτώμενοι από αυτήν;

Ο χρυσός κανόνας στην ανατροφή των παιδιών είναι ότι τα παιδιά θα κάνουν αυτό που κάνουμε, κι όχι αυτό που λέμε! Η χρήση του διαδικτύου δεν αποτελεί εξαίρεση λοιπόν!

Δυστυχώς, τα προβλήματα αρχίζουν πολύ νωρίς κι αυτό το βλέπουμε συνεχώς γύρω μας, καθώς εμείς είμαστε αυτοί που πυροδοτούμε αυτό το κλίμα. Πόσα δίχρονα δε βλέπουμε με τα τηλέφωνα των γονιών τους ή τα τάμπλετ στα εστιατόρια, στα μαγαζιά, στα ταξίδια προκειμένου να κάτσουν φρόνιμα και να μην ενοχλούν τους γονείς που ψωνίζουν, συζητάνε, κάνουν δουλειά; Πόσο συχνά δίνουμε εμείς τα τάμπλετ για να μην ζητάνε τα παιδιά την προσοχή μας, ή ακόμα καλύτερα, για να μας αφήσουν ήσυχους να παίζουμε εμείς με τα δικά μας; Είναι αλήθεια πως είμαστε πολυάσχολοι και εξαντλημένοι από τα ανοιχτά μέτωπα στην ζωή μας, υπερβολικά συχνά, όμως η αλληλεπίδραση των παιδιών μ’ εμάς ή με όποιον, τέλος πάντων, τα φροντίζει είναι ο σημαντικότερος μηχανισμός εξέλιξης και ανάπτυξης ενός παιδιού.

Εμείς είμαστε αυτοί που θα μάθουμε στα παιδιά ότι η ζωή και η επαφή με τους άλλους έχει μεγαλύτερη γοητεία από την οθόνη, πως οι άλλοι άνθρωποι είναι ενδιαφέροντες, ότι είναι καλό να είμαστε περίεργοι και να ρωτάμε και πως η περιέργεια για τον κόσμο είναι εργαλείο μάθησης και έχει πλάκα. Με αυτό τον τρόπο, τα παιδιά μας μαθαίνουν να μιλάνε, αλλά και να ακούνε. Είμαστε έτοιμοι να το καλωσορίσουμε αυτό; Είμαστε διαθέσιμοι με τον τρόπο αυτό στα παιδιά μας;  Ή είμαστε κι εμείς οι ίδιοι θύματα της εικονικής πραγματικότητας;

Τα παιδιά θα έπρεπε να παρατηρούν τον κόσμο, να ενθαρρύνονται να εκφράζουν περιέργεια κι εμείς να ανταποκρινόμαστε. Πρέπει να μάθουν και να αντέχουν να βαριούνται, να είναι μόνα,  να φαντασιώνονται, να ταξιδεύει το μυαλό τους, να σκέφτονται, να σπάνε την βαρεμάρα τους, να εφευρίσκουν τρόπους να ασχοληθούν δημιουργικά με κάτι, να αυτο-ανακουφίζονται, να ηρεμούν και να ζητάνε βοήθεια και ενίσχυση από εμάς προς αυτές τις κατευθύνσεις. Αύτη είναι η δουλειά του μεγαλώματος και αυτή είναι η αλληλεπίδραση με εμάς άμεσα ή με εμάς ως μεσολαβητές των παιδιών με το περιβάλλον.

Βεβαίως, ταυτόχρονα, τα παιδιά θα πρέπει να μαθαίνουν τα όρια της σωστής συμπεριφοράς σε κάθε περίσταση και να έχουν όρια και κανόνες σταθερούς και με τη συμφωνία και των δύο γονέων. Πολλές φορές, δεν έχουμε σαφείς κανόνες για τον χρόνο και την περίσταση που μπορεί να ασχολείται ένα παιδί με τα ηλεκτρονικά ή τους αλλάζουμε ανάλογα με το τι βολεύει κάθε στιγμή. Το κυριότερο, βέβαια, είναι πως δεν έχουμε άλλους εναλλακτικούς τρόπους να προσφέρουμε στα παιδιά μας για να περάσουν τον χρόνο τους, αφήνοντάς τα να ψάχνουν και να βρίσκουν ικανοποίηση σε έναν εικονικό κόσμο.

Μπορεί, λοιπόν, το παραπάνω γεγονός να εξασφαλίζει την τάξη και την ασφάλεια, να μην ενοχλεί τους γύρω, να σταματάει τις ακατάσχετες ερωτήσεις των τρίχρονων και τους καυγάδες με τους οργισμένους έφηβους, αλλά στην πραγματικότητα η οικογένεια χρειάζεται χρόνο για να μιλήσει, να διαπραγματευτεί, ακόμα και να συγκρουστεί. Το παιδί, έπειτα, χρειάζεται χρόνο για να σκεφτεί, αφού αυτός ο χρόνος είναι μία χρήσιμη διαδικασία προβληματισμού, επεξεργασίας των αγωνιών του κι επίλυσης των προβλημάτων του. Το κυριότερο είναι πως το ίδιο το παιδί χρειάζεται να μοιραστεί τις σκέψεις του με τους γονείς του. Μια φράση που τα συνοψίζει όλα είναι ότι ‘’η τεχνολογία είναι κακός αντικαταστατής της κοινωνικής επαφής και της συναναστροφής.’’

Εάν, όμως, υπάρχει σε ικανοποιητικό βαθμό η συναναστροφή που περιγράψαμε, η τεχνολογία και η χρήση της μόνο ενισχυτική και χρήσιμη μπορεί να είναι. Τότε, η τελευταία γίνεται ένα πραγματικό εργαλείο μάθησης, αλλά και αλληλεπίδρασης, έχει όφελος κι έχει και πλάκα, αφού μοιραζόμαστε την εμπειρία αυτή, η οποία αποτελεί ένα κοινό ενδιαφέρον, έναν κοινός τόπος εξερεύνησης και συνάντησης. Ακόμα, η χρήση του διαδικτύου αυτή καθ’ αυτή δεν αντικαθιστά, ούτε καταργεί πολύ περισσότερο, την επαφή. Γονείς και παιδιά έχουν τον προσωπικό τους χρόνο και χώρο στην ενασχόλησή τους με το διαδίκτυο, αλλά δεν ψάχνουν εκεί γι’ αυτά που πολύ καλύτερα ο ένας στον άλλο μπορούμε να παρέχουμε, δηλαδή αποφόρτιση, προσοχή, παρηγοριά και παρέα!

Σε περίπτωση προβλήματος, πόσο εύκολα αποδέχονται οι γονείς το γεγονός;

Ήδη νομίζω έχει γίνει σαφές ότι όταν ένα παιδί απομονώνεται στο δωμάτιό του και κάνει κατάχρηση του διαδικτύου πρέπει να αναρωτηθούμε ποια είναι η υποκείμενη αιτία. Συχνά οι γονείς θυμώνουν, είτε από την αγωνία τους, είτε γιατί δεν μπορούν να αναγνωρίσουν και να αποδεχθούν ότι μπορεί με κάποιο τρόπο να έχουν συμβάλλει σε αυτή την κατάσταση, φυσικά άθελά τους! Ε λοιπόν, τα νέα είναι καλά: όπως σχεδόν για όλα σε σχέση με τα παιδιά μας, έτσι και η εξάρτηση στο διαδίκτυο δεν αποτελεί εξαίρεση! Έχουμε ευθύνη και συμμετοχή! Και το καλό νέο σε αυτό είναι ότι γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο μπορούμε να παρεμβαίνουμε και να επανορθώνουμε.

Η παραδοχή αυτή είναι μία καλή αρχή, που φέρνει πολύ ευθύνη , αλλά και πολύ δύναμη κι αισιοδοξία σε σχέση με το μεγάλωμα των παιδιών μας. Και είναι σημαντικό να το πούμε αυτό, διότι υπάρχουν πολλές κατευθύνσεις παρέμβασης με συμπεριφεριολογικούς τρόπους σε σχέση με την εξάρτηση στο διαδίκτυο, δηλαδή παρεμβάσεις που στοχεύουν στον έλεγχος της εξάρτηση με όρια, απαγορεύσεις, τακτικές εκ των έξω, αλλά η δική μας άποψη είναι ότι χωρίς πραγματική αναγνώριση των υποκείμενων αιτιών, ανάληψη ευθυνών όταν αρμόζε  και αποκατάσταση της επικοινωνίας, δεν μπορεί να οδηγηθούμε σε θεραπεία.

Αφού το αποδεχτούν, πώς πρέπει να κινηθούν;

Πρώτο βήμα για εμάς τους γονείς είναι η ανασυγκρότηση και η σκέψη σχετικά με το πώς φτάσαμε έως εδώ, πού και πώς, ίσως, απορροφηθήκαμε και χάσαμε το παιδί μας ή μας έχασε αυτό.

Δεύτερο βήμα, η συζήτηση με το παιδί! Η συζήτηση πρέπει να γίνει, αφού ετοιμαστούμε και μπορούμε να ελέγχουμε όποιον θυμό, αγωνία ή απογοήτευση έχουμε, οπωσδήποτε χωρίς δραματοποίηση και εντάσεις, χωρίς κατηγορίες και απειλές, ιδιαίτερα για τους εφήβους. Πρέπει να εκφράζουμε, πάντα με φροντίδα και αγάπη, την ανησυχία μας για τις αλλαγές που έχουμε παρατηρήσει στην συμπεριφορά του παιδιού μας και δεν είναι προς όφελός του και να αναρωτηθούμε με γνήσιο ενδιαφέρον μαζί του σχετικά με το τι μπορεί να συμβαίνει.

Εάν, μάλιστα, έχουμε κάνει κάποιες υποθέσεις για τυχόν δυσκολίες που έχουν υπάρξει στις σχέσεις και στην ζωή του παιδιού, μπορούμε να το αναφέρουμε, ακόμα και να πάρουμε κάποια ευθύνη, εάν αρμόζει. Για παράδειγμα «σκέφτηκα ότι τον τελευταίο χρόνο με τα προβλήματα στην δουλειά έγινα περισσότερο απρόσιτος και ήμουνα συνεχώς εκνευρισμένος, ίσως με χρειαζόσουνα και δεν ήμουνα εκεί». Μπορούμε να σχολιάσουμε τη συμπεριφορά, αλλά δεν βοηθάει να χαρακτηρίζουμε τα παιδιά τεμπέληδες, άχρηστους, κολλημένους, κακά παιδιά, και άλλα πολλά «στολίδια», που κατά καιρούς ξεφεύγουν από έξαλλους και πανικόβλητους γονείς. Σκεφτείτε έναν έφηβο που ήδη έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση, είναι απομονωμένος, ίσως έχει πέσει κι η απόδοσή του στο σχολείο. Το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται είναι να ακούσει τους γονείς του να επιβεβαιώνουν τους φόβους του για το πόσο δεν αξίζει και να τον σπρώχνουν βαθύτερα σε απομόνωση και φυγή. Η κριτική και η περαιτέρω απαξίωση ενός παιδιού, που ήδη είναι δυσκολεμένο, είναι καταστροφικές.

Αντιθέτως, ο σεβασμός, η απενοχοποίηση, η κατανόηση και το γνήσιο ενδιαφέρον, η ενθάρρυνση και η σύμπραξη για κοινή προσπάθεια θα ταρακουνήσουν το παιδί και θα είναι περισσότερες οι πιθανότητες να αναγνωρίσει το πρόβλημά του ως πρόβλημα και να κινητοποιηθεί για να αλλάξει τα πράγματα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα αυστηρά μέτρα μετά από ένα ζόρικο επεισόδιο στο σπίτι μπορεί να έχουν ένα προσωρινό αποτέλεσμα, αλλά πολύ φοβάμαι ότι ένα παιδί που θα συνεχίσει να υποφέρει, θα βρει είτε τεχνάσματα να ξαναεγκαταστήσει την εξάρτηση, είτε μια νέα εξάρτηση που θα του εξασφαλίζει ανακούφιση. Και υπάρχουν και χειρότερες εξαρτήσεις, ας μην το ξεχνάμε!

Παράλληλα με αυτούς τους χειρισμούς, οι γονείς θα πρέπει να αρχίσουν να ενθαρρύνουν με όλους τους δυνατούς τρόπους εναλλακτικές δραστηριότητες , κοινωνική ζωή και να βρίσκουν χρόνο να τις στηρίξουν. Προφανώς, έχοντας αναγνωρίσει τα δικά τους σφάλματα όσον αφορά την διαθεσιμότητά τους ή τις τακτικές τους και στους μηχανισμούς της οικογένειας, θα πρέπει να κάνουν και τις δικές τους επανορθωτικές κινήσεις, κι αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο όπως ανέφερα και προηγουμένως, θέλει δουλειά και θάρρος!

Φυσικά, όλα αυτά παίρνουν χρόνο και χρειάζονται υπομονή. Δεν μπορούμε να περιμένουμε ότι μία τόσο σοβαρή εξάρτηση, που είναι σίγουρο ότι χτίστηκε στο έδαφος χρόνιων προβλημάτων θα εξαφανιστεί σε μια ημέρα. Δεν είναι ούτε δυνατόν, ούτε και δίκαιο να το περιμένουμε αυτό από ένα παιδί. Η βοήθεια από ειδικούς μπορεί να είναι πολύτιμη, είτε με την μορφή συμβουλευτικής υποστήριξης και ψυχοθεραπείας, είτε σε ομάδες εφήβων, ειδικές για προβλήματα εξάρτησης.

Συχνά οι γονείς αποθαρρύνονται να απευθυνθούν σε ειδικούς και λόγω των δύσκολων οικονομικών συνθηκών, αλλά θέλω να τονίσω ότι μπορεί μια σύντομη, στοχευμένη παρέμβαση με την συνεργασία παιδιού και γονέων να έχει σημαντικό αποτέλεσμα, μόνο και μόνο αναγνωρίζοντας τις υποκείμενες αιτίες, αποφορτίζοντας την κατάσταση και καθοδηγώντας σωστά τους γονείς. Σε κάθε περίπτωση, είναι μία καλή αρχή!

Πρακτικές συμβουλές για να αντιμετωπίσετε το πρόβλημα:

 1. Μην αποφύγετε το πρόβλημα με προσωρινά μέτρα. Δεν βοηθούν καθόλου τιμωρίες, τελεσίγραφα κι απόλυτες απαγορεύσεις ή απειλές. Λογικά και αμοιβαία συμφωνημένα μέτρα είναι προτιμότερα. Θα βοηθούσε πολύ αν από κοινού γονείς και παιδί συμφωνήσουν σε κάποια όρια.

2. Στην περίπτωση των εφήβων, ίσως δώσουμε ακόμα μεγαλύτερη πρωτοβουλία στο παιδί, προτείνοντας να παρατηρήσει και να κρατήσει ένα ημερολόγιο για το πόσες ώρες περνάει στον υπολογιστή, πόσα πράγματα ξεχνάει ή διαλέγει να μην κάνει, πόσες εναλλακτικές απορρίπτει, λέγοντάς του «δες το μόνος σου και κρίνε αν τελικά αυτό είναι πρόβλημα».

3. Ο εξονυχιστικός έλεγχος του τι κάνει στο διαδίκτυο ένα παιδί και πολύ περισσότερο ένας έφηβος, θεωρώ ότι δεν βοηθάει καθόλου στην ρίζα του προβλήματος. Καταπατάει μια βασική ανάγκη του έφηβου για ιδιωτικό χώρο, καταργεί την ανάγκη που έχει να νιώθει ότι του έχουμε εμπιστοσύνη και ότι μπορεί μόνος του να ελέγξει την ζωή του τελικά, ακόμα κι αν προσωρινά δυσκολεύεται.

4. Στοχεύστε στο να μπορέσει ένα παιδί να γίνει υπεύθυνο στο μέλλον, αντί να εκβιάσετε ένα άμεσο αποτέλεσμα που φοβάμαι ότι δεν θα είναι κατάκτηση του παιδιού.